Τις πρώτες ενδείξεις για την εμφάνιση βιβλιοθηκών στον ευρύτερο ελληνικό χώρο συνάγουμε από πήλινες πινακίδες της Μινωικής και της Μυκηναϊκής εποχής, που βρέθηκαν σε ανασκαφές. Οι πρώτες αναφορές σε βιβλιοθήκες εμφανίστηκαν στη Μεσοποταμία γύρω στο 3.000 π.Χ.
Η έννοια της βιβλιοθήκης ήταν αντιληπτή ως συλλογή εγγράφων θρησκευτικού, εμπορικού, ιδιωτικού, κυβερνητικού, διοικητικού περιεχομένου στα ανάκτορα των βασιλέων, σε σφηνοειδή γραφή. Στην αρχαία Elba της Συρίας ανακαλύφθηκε το κύριο αρχείο του βασιλικού παλατιού (2.300-2.250 π.Χ.) με διοικητικά έγγραφα, καταγραφές και καταλόγους ζώων, καρπών, αγροτικής γης, ονόματα επαγγελμάτων και γεωγραφικών περιοχών. Στη Nippur της Νότιας Μεσοποταμίας βρέθηκαν πινακίδες του 2.000 π.Χ. με κατάλογο λογοτεχνικών έργων των Σουμερίων, οι οποίοι εφηύραν τη σφηνοειδή γραφή.
Στην εποχή των Χετταίων (17ος –13ος αι. π.Χ.) ανακαλύφθηκαν πινακίδες που υποδήλωναν την κυβερνητική δραστηριότητα. Οι κατάλογοι αυτών των βιβλιοθηκών / αρχείων ήταν πιο σύνθετοι από την απλή καταγραφή που έκαναν οι Σουμέριοι στη Nippur. Κατά τον 9ο αι. π.Χ. ο βασιλιάς της Ασσυρίας Ασουρμπανιπάλ (Ashurbanipal) στη Νινευί ιδρύει βιβλιοθήκη με την πρώτη συστηματική συλλογή εγγράφων στη Μέση Ανατολή. Εκεί ανακαλύφθηκε το έπος του Gilgamesh και το Έπος της Δημιουργίας σε σφηνοειδή γραφή, από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά έργα της Μέσης Ανατολής. Από την περιοχή αυτή διασώζονται 20.000 πήλινες πινακίδες.
Την ίδια εποχή στην Αίγυπτο δεν έχουμε ιδιαίτερες αναφορές σε βιβλιοθήκες. Μόνον ο Διόδωρος ο Σικελός τον 1ο αι. π.Χ. αναφέρει ότι επί βασιλείας του Ραμσή Β’ (1.279-1.213 π.Χ.) υπήρχε σε κτήριο μια «ιερή βιβλιοθήκη» που είχε την επιγραφή ψυχής ιατρείον, ένδειξη ότι αποτελούσε τμήμα ναού ή θρησκευτικού κέντρου.
Γύρω στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. συντελέστηκε στον ελληνικό χώρο ένα σημαντικό γεγονός. Οι Έλληνες δανείστηκαν από τους Φοίνικες το αλφάβητο και το προσάρμοσαν στις ανάγκες τους. Έπρεπε όμως να υπάρξουν σχολεία, δάσκαλοι, βιβλία για την εκμάθηση της γραφής και τη διάδοση της γνώσης. Τα πρώτα δείγματα ύπαρξης συλλογών βιβλίων ήταν οι ιδιωτικές μικρές συλλογές.
Οι βιβλιοθήκες στην Αθήνα
Ερείπια από κτήρια βιβλιοθηκών δεν έχουμε στην Αθήνα για να αποδείξουμε την ύπαρξή τους. Η εικόνα για τις βιβλιοθήκες βασίζεται στην έρευνα των πηγών από την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία. Έτσι κατά τον 6ο αι. π.Χ. είχε προετοιμαστεί το έδαφος για να υποδεχθεί μια βιβλιοθήκη. Το πιο παλιό ελληνικό βιβλίο βρέθηκε στον τάφο του Αμπουκίρ στην Αίγυπτο, περιείχε τους Πέρσες του Τιμοθέου και χρονολογείται το 2ο μισό του 4ου αι. π.Χ. Ο αρχαιότερος ελληνικός πάπυρος είναι του Δερβενίου έξω από τη Θεσσαλονίκη που βρέθηκε το 1960 (4ος αι).
Σύμφωνα με τον Aulus Gelius, η Αθήνα είχε δημόσια βιβλιοθήκη γύρω στο 560 π.Χ. Ο τύραννος Πεισίστρατος (605-527 π.Χ.) φέρεται ότι είχε συγκεντρώσει μια συλλογή βιβλίων που αργότερα δώρισε στην Αθήνα και λειτούργησε ως δημόσια βιβλιοθήκη. Ο Gelius αναφέρει επίσης ότι η βιβλιοθήκη αυτή λειτουργούσε μέχρι το 480 π.Χ. όταν ο Ξέρξης κατέλαβε την Αθήνα και μετέφερε τη βιβλιοθήκη ως λάφυρο στην Περσία. Η χώρα αυτή κατακτήθηκε αργότερα από τον βασιλιά Σέλευκο, ο οποίος επανέφερε τα βιβλία στην Αθήνα.
Ο Αθηναίος στο έργο του Δειπνοσοφιστές αναφέρει ότι τον 6ο αι. π.Χ. ο τύραννος Πολυκράτης ο Σάμιος φέρεται να ίδρυσε δημόσια βιβλιοθήκη στη Σάμο με έργα ίσως των φιλοσόφων της Ελεατικής Σχολής, που γράφτηκαν σε παπύρινους κυλίνδρους. Ο Αθήναιος αναφέρει τον αρχαιότερο κατάλογο με ιδρυτές ιδιωτικών και βασιλικών βιβλιοθηκών στον ελληνικό κόσμο, όπου περιλαμβάνονται ονόματα όπως ο Πολυκράτης ο Σάμιος, ο Πεισίστρατος ο τύραννος των Αθηνών, ο Ευκλείδης ο Αθηναίος, ο Νικοκράτης ο Κύπριος, οι βασιλείς της Περγάμου, ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης, ο Αριστοτέλης, ο μαθητής του Θεόφραστος και ο Νηλέας. Από τον 5ο αι. π.Χ. εμφανίζονται αρκετές ιδιωτικές βιβλιοθήκες: Πλάτων, Ισοκράτης (436 π.Χ.), αργότερα ο Δημοσθένης (384 π.Χ.), Ζήνων (333 π.Χ.). Κατά τον 5ο αι. π.Χ. οι ενδείξεις για ύπαρξη βιβλιοθηκών εξακολουθούν να είναι ασαφείς.
Ο Πλάτων (427-347 π.Χ.), φιλόσοφος και δάσκαλος του Αριστοτέλη, είχε ιδιωτική βιβλιοθήκη για να τη χρησιμοποιούν οι μαθητές του στην Ακαδημία.
Η Βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη
Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης ίδρυσε στην άλλη άκρη της Αθήνας το 325 π.Χ. (έμεινε ανοικτή μέχρι το 425 μ.Χ.) τη σχολή του που αρχικά ονομάστηκε Λύκειον και από τα χρόνια του Θεόφραστου, μαθητή και διαδόχου του στη διεύθυνση της σχολής, ονομάστηκε Περίπατος. Το Λύκειον λειτουργούσε παράλληλα με την Ακαδημία. Στις σχολές αυτές διασώζονται πολλά έργα και παραδόσεις των ίδιων των ιδρυτών τους, αλλά και της παλαιότερης ελληνικής γραμματείας. Έτσι ο Αριστοτέλης κατά τον Στράβωνα δημιούργησε τη μεγαλύτερη ιδιωτική βιβλιοθήκη για την υποστήριξη του διδακτικού προγράμματος του Λυκείου. Ο Αριστοτέλης την ταξινόμησε βασιζόμενος στις δικές του στοχαστικές αρχές. Η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη αποτελούνταν από 400 βιβλία χωρισμένα σε εξωτερικά συγγράμματα, που απευθύνονταν στο ευρύ κοινό, από εσωτερικά ή διδακτικά που περιλάμβαναν τις παραδόσεις του στο Λύκειο (π.χ. Αναλυτικά, Φυσικά, Ηθικά, Όργανον) και από τα ξένα βιβλία που αγόρασε ή απόκτησε από δωρεές για να υποβοηθήσουν το έργο του και της σχολής του.
Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου ο Αριστοτέλης μετακόμισε στη Χαλκίδα, όπου μάλλον θα πήρε κάποια από τα βιβλία της βιβλιοθήκης του. Τα υπόλοιπα κληρονόμησαν οι μαθητές του Θεόφραστος από τη Λέσβο που συνέχισε τη διδασκαλία στον Περίπατο και Εύδημος που πήγε στη Ρόδο. Ο Θεόφραστος με διαθήκη του κληροδοτεί τη βιβλιοθήκη στον Νηλέα, συμμαθητή του Αριστοτέλη στην Ακαδημία, άτομο χωρίς επιστημονική δραστηριότητα και μεγάλο στην ηλικία. Οι απόγονοι του Νηλέα, φοβούμενοι μήπως ο βασιλιάς της Περγάμου Ευμένης Β’ έπαιρνε κάποια χειρόγραφα όταν έκτιζε τη βιβλιοθήκη του, τα έκρυψαν σε σπηλιά όπου καταστράφηκαν από την υγρασία.
Όταν η Πέργαμος έγινε ρωμαϊκή επαρχία, οι απόγονοι του Νηλέα ξέθαψαν όσα βιβλία του Αριστοτέλη είχαν περισωθεί και τα πούλησαν στον Απελλικώνα από την Τέω (πόλη της Ιωνίας) τον 1ο αι. π.Χ. Εκείνος φρόντισε να γίνουν αντίγραφα για να περισωθούν και να καταστούν προσιτά ξανά στους κύκλους της Ακαδημίας και του Περιπάτου. Όταν το 81 π.Χ. ο Σύλλας κατέλαβε την Αθήνα, ο Απελλικών σκοτώθηκε και ο Σύλλας μετέφερε ως λάφυρο τη συλλογή του στη Ρώμη, που είχε τμήμα των αυθεντικών χειρογράφων του Αριστοτέλη. Στη Ρώμη η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη έπεσε πάλι σε ελληνικά χέρια, στον Τυραννίωνα, μαθητή του Διονυσίου του Θρακός. Ο Φαύστος, γιός του Σύλλα, κληρονόμησε τα βιβλία του Αριστοτέλη και η βιβλιοθήκη του έγινε κέντρο της ρωμαϊκής διανόησης. Ο Φαύστος αργότερα χρεοκόπησε, δημοπρατήθηκαν τα βιβλία και χάθηκαν.
Ο Αθήναιος αναφέρει ότι ο Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος (309-246 π.Χ.) αγόρασε από τον Νηλέα τα βιβλία του Αριστοτέλη και τα έφερε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Σε κάθε περίπτωση όμως ο Αριστοτέλης εμφανίζεται στην ιστορία ως δημιουργός και ιδιοκτήτης μιας από τις πιο αξιόλογες ιδιωτικές βιβλιοθήκες της εποχής.
Η πιο φημισμένη βιβλιοθήκη του αρχαίου ελληνικού κόσμου ήταν η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου η δόξα της Ελλάδος ξεπέρασε τα όριά της. Η αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου γρήγορα όμως διαμελίστηκε μετά τον θάνατό του. Στην Αίγυπτο το βασίλειο των Πτολεμαίων με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια ξεκίνησε το 305 π.Χ. Ο Πτολεμαίος Α’ ο Σωτήρ (366-283 π.Χ.) έκτισε περίλαμπρα κτήρια και προσέλκυσε επιστήμονες και ανθρώπους των γραμμάτων από όλο τον ελληνικό κόσμο.
Ο Πτολεμαίος Α’ ίδρυσε το Μουσείον δηλαδή τον ναό των Μουσών. Ο βασιλιάς όριζε τον ιερέα του Μουσείου (Στράβων, XVII 794). Ιδρύθηκε κατά τα πρότυπα της Ακαδημίας του Πλάτωνα και του Λυκείου (Περίπατος) του Αριστοτέλη, που είχαν χώρους με βωμούς αφιερωμένους στις Μούσες. Στο Μουσείο σύχναζαν όχι φιλόσοφοι όπως στις αθηναϊκές σχολές, αλλά άνθρωποι των γραμμάτων και επιστήμονες. Ζούσαν αμέριμνη ζωή, είχαν γεύματα δωρεάν, υψηλούς μισθούς και υπηρέτες. Οι επιστήμες που καλλιεργούνταν στο Μουσείο ήταν μαθηματικά, φυσιογνωστικά, αστρονομία, φυσική, ιατρική, φιλολογία.
Την περίφημη Βιβλιοθήκη ίδρυσε ο Πτολεμαίος Β’ ο Φιλάδελφος (309-246 π.Χ.), κοντά στα συγκροτήματα των βασιλικών ανακτόρων, στο Βρουχείον, για να εξυπηρετεί τους λογίους του Μουσείου, μετά από προτροπή του Δημητρίου Φαληρέα. Δεν διασώζονται μαρτυρίες για την περιγραφή του κτηρίου, αλλά πληροφορίες για την οργάνωση της βιβλιοθήκης. Ο βιβλιοθηκονόμος ήταν ο διευθυντής της βιβλιοθήκης, ο οποίος οριζόταν από τον βασιλιά και είχε επιπλέον το καθήκον της διδασκαλίας των παιδιών της βασιλικής οικογένειας.
Στόχος της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας ήταν να αποτελέσει παρακαταθήκη των ελληνικών έργων και εργαλείων έρευνας, αλλά και να συγκεντρώσει τη γραμματεία όλων των λαών (π.χ. Αιγύπτιοι, Βαβυλώνιοι) και όλων των εποχών, μεταφρασμένη στα ελληνικά.
Από τον βυζαντινό λόγιο Ιωάννη Τζέτζη μαθαίνουμε ότι επί Πτολεμαίου Β’ του Φιλαδέλφου η βιβλιοθήκη είχε 490.000 βιβλία-ρόλους. Ο αριθμός των 490.000 κυλίνδρων ήταν τεράστιος για την εποχή. Είναι εμφανές ότι υπήρχαν διπλά αντίτυπα.
Πορεία και τέλος της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας
Το αντίπαλον δέος, η ανταγωνίστρια βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας ήταν η βιβλιοθήκη της Περγάμου, που σχετίζεται με την ιστορία του οίκου των Ατταλιδών.
Ο Ευμένης Β’ (197-159 π.Χ.) θεωρείται ιδρυτής της βιβλιοθήκης της Περγάμου, που συγκέντρωσε παπύρινα βιβλία για να ικανοποιήσει τις φιλολογικές ανάγκες των λογίων. Έκτισε τη βιβλιοθήκη δίπλα στο μεγάλο ιερό της Αθηνάς στην ακρόπολη της Περγάμου. Ο Κράτης ίσως βοήθησε τον βασιλιά στην οργάνωση και διοίκηση της βιβλιοθήκης. Η βιβλιοθήκη σχεδιάστηκε για να χρησιμοποιείται από το ευρύ κοινό, σε αντίθεση με την κλειστή κοινότητα των λογίων του Μουσείου και της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Και οι δύο βιβλιοθήκες κτίστηκαν κοντά σε ναό και πλησίον των βασιλικών ανακτόρων. Και οι δύο βιβλιοθήκες διεκδίκησαν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη. Ωστόσο η βιβλιοθήκη της Περγάμου δεν έφτασε ποτέ σε μέγεθος και σε αίγλη εκείνη της Αλεξάνδρειας.
Κατά την ελληνιστική περίοδο υπήρχαν βιβλιοθήκες σε διάφορες πόλεις όπως στην Αθήνα στο γυμνάσιο Πτολεμαίον (με κατάλογο βιβλίων), στη Ρόδο, στην Έφεσο, στην Κω, στην Πάτρα, στους Δελφούς, στην Επίδαυρο (ιατρική βιβλιοθήκη, το Ασκληπιείον). Ο ρόλος της βιβλιοθήκης στην ελληνική κοινωνία εξακολουθούσε να είναι σημαντικός. Διασώζονται ελάχιστα στοιχεία για τις βιβλιοθήκες αυτές και ιδίως για την αρχιτεκτονική τους, ενώ χάθηκε το μεγαλύτερο τμήμα της βιβλιακής παραγωγής.
Μετά την κατάκτηση της Ελλάδος από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ. πολλά βιβλία αλλά και Έλληνες μεταφέρθηκαν ως σκλάβοι μορφωμένοι (servi literati) στη Ρώμη. Η πρώτη βιβλιοθήκη της Ρώμης εγκαινιάστηκε από τον Asinius Pollio το 39 π.Χ. υλοποιώντας επιθυμία του Ιουλίου Καίσαρα που είχε πεθάνει. Το 28 π.Χ. ο Αύγουστος ίδρυσε την Παλατινή βιβλιοθήκη που επιβίωσε μέχρι το 191 μ.Χ. και τη βιβλιοθήκη της Οκταβίας το 80 μ.Χ. στο ναό του Δία. Στην εποχή της ακμής της υπήρχαν 28 δημόσιες βιβλιοθήκες στη Ρώμη.
Οι βιβλιοθήκες του Πανταίνου, του Αδριανού και του Κέλσου
Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες εκτός από τη Ρώμη, ίδρυσαν βιβλιοθήκες σε διάφορες πόλεις της αυτοκρατορίας. Στην εποχή του Αδριανού φημολογείται ότι είχε ιδρυθεί βιβλιοθήκη στην Κόρινθο, δίπλα σε γυμναστήριο. Στην εποχή του Τραϊανού υπήρχε στην Αθήνα η βιβλιοθήκη του Πανταίνου, νότια της στοάς του Αττάλου.
Ο ιστορικός Παυσανίας αναφέρει στην Αθήνα την ύπαρξη της βιβλιοθήκης του Αδριανού, από την οποία σώζονται σήμερα αξιόλογα τμήματα. Ήταν ένα από τα αρχιτεκτονικά μνημεία που χάρισε ο αυτοκράτορας στην Αθήνα. Η βιβλιοθήκη βρίσκεται βόρεια της Ακρόπολης και της ρωμαϊκής αγοράς. Θεμελιώθηκε ίσως το 132 μ.Χ.
Τέλος η βιβλιοθήκη του Κέλσου στην Έφεσο είναι από τα καλύτερα διατηρημένα κτήρια βιβλιοθηκών. Ιδρύθηκε το 110 μ.Χ. ως ιδιωτικό ίδρυμα σε περίοδο ακμής της ρωμαϊκής επαρχίας της Εφέσου. Σήμερα σώζεται η διώροφη πρόσοψη. Ιδρυτής αναφέρεται ο Τιβέριος Ιούλιος Ακύλας Πολεμαιανός προς τιμή του πατέρα του Τιβέριου Ιουλίου Κέλσου Πολεμαιανού.
Μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καταστράφηκαν πολλά βιβλία από τις βιβλιοθήκες. Οι λόγοι για τους οποίους το βιβλίο δεν διακινήθηκε στους ρυθμούς των προηγουμένων χρόνων αναζητούνται στην προσπάθεια της Εκκλησίας να επιβάλει τη χριστιανική θρησκεία, εξοβελίζοντας έργα που θεώρησε ειδωλολατρικά.
Οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες είχαν ενοριακές βιβλιοθήκες με βιβλία θεολογικά για την υποστήριξη της πίστης, όπως στην ενορία της Ρώμης και των Ιεροσολύμων.
Από τις γνωστές βιβλιοθήκες που εμφανίζονται στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους είναι η βιβλιοθήκη που ίδρυσε στα Ιεροσόλυμα τον 3ο αι. μ.Χ. ο επίσκοπος Αλέξανδρος.
Το 330 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας στη Νέα Ρώμη, στον μυχό του Κερατίου Κόλπου, στην πόλη που πήρε το όνομά του.
Η πρώτη μεγάλη αυτοκρατορική ή παλατινή βιβλιοθήκη στην Κωνσταντινούπολη φαίνεται ότι κτίστηκε επί αυτοκρατορίας του Κωνσταντίου Β’, γιου του Κωνσταντίνου τον 4ο αι. Ο Θεμίστιος (Orationes, 4, 59b-61d) αναφέρει ότι ο Κωνστάντιος Β’ συγκρότησε συνεργείο με καλλιγράφους για να αντιγράψουν και να διασώσουν από την εξαφάνιση τα έργα της ελληνικής γραμματείας που ήταν σκορπισμένα σε ιδιωτικές συλλογές. Πλάι στα ελληνικά και λατινικά συγγράμματα άρχισε να αναπτύσσεται τμήμα με τη χριστιανική γραμματεία, ενώ διέθετε τοπογραφικό και θεματικό κατάλογο.
Η αυτοκρατορική βιβλιοθήκη κάηκε από πυρκαϊά το 473, όταν το περιεχόμενό της ανέρχονταν σε 120.000 βιβλία (Ζωναράς, Επίτομη Ιστορία, 14.2) κυρίως περγαμηνοί κώδικες. Μετά την πυρκαϊά ιδρύθηκε νέα βιβλιοθήκη, η οποία κατά τον Μιχαήλ Γλυκά είχε 36.500 τόμους με έργα της ύστερης αρχαιότητας και θεολογικά. Το 726 επί Λέοντος του Ισαύρου καταστράφηκε ξανά. Η αυτοκρατορική βιβλιοθήκη επέζησε περίπου μέχρι το 1453.
4. Οι Βιβλιοθήκες στους νεότερους χρόνους (19ος αι. κ.ε.)
Φθάνοντας στον 19ο αι. οι δημόσιες βιβλιοθήκες κάνουν την εμφάνισή τους στην Ευρώπη, με την έννοια της γενικής συλλογής την οποία οποιοσδήποτε μπορεί να επισκεφθεί και να χρησιμοποιήσει. Τον 19ο και τον 20ο αι. οι βιβλιοθήκες ακολουθούν τη λογοτεχνική παραγωγή και την εξέλιξη της επιστημονικής έρευνας. Υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για μελέτη και έρευνα.
Ιδρύθηκε το 1829 από τον κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια μαζί με το Μουσείο στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, με πρώτο διευθυντή του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης τον Ανδρέα Μουστοξύδη. Από το 1832 η βιβλιοθήκη χωρίστηκε από το Μουσείο του Ορφανοτροφείου και έγινε ανεξάρτητη με διευθυντή τον διδάσκαλο του Γένους Γεώργιο Γεννάδιο. Στην Αθήνα μεταφέρθηκε το 1834 επί Όθωνος. Το 1838 ιδρύθηκε η βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου και το 1842 οι δύο βιβλιοθήκες ενώθηκαν τοπικά και διοικητικά στο κτήριο του Πανεπιστημίου. Το 1866 οι δύο βιβλιοθήκες ενώθηκαν σε μια, στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου τα βιβλία σφραγίζονταν διαφορετικά για κάθε βιβλιοθήκη. Το 1884 προστέθηκε η νομισματική συλλογή, η οποία το 1890 αποσχίστηκε και αποτέλεσε το Νομισματικό Μουσείο. Το 1903 μεταφέρθηκε στο κτήριο επί της οδού Πανεπιστημίου, που οικοδομήθηκε με σχέδια Χάνσεν και εκτέλεση Ε. Τσίλερ ως δωρεά των αδελφών Βαλλιάνων.
Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
Ιδρύθηκε το 1845 με πρώτο διευθυντή τον Γεώργιο Τερτσέτη. Το 1860 κάηκε από πυρκαϊά, το 1875 μεταφέρθηκε στο κτήριο της Βουλής και το 1935 στο κτήριο των Παλαιών Ανακτόρων, που έχει μετατραπεί σε Μέγαρο της Βουλής στην πλατεία Συντάγματος. Έχει πλούσια συλλογή περιοδικών και εφημερίδων. Η κεντρική βιβλιοθήκη στο Μέγαρο της Βουλής περιέχει βιβλία για πολιτικές και οικονομικές επιστήμες, νομική, κοινωνιολογία, φιλολογία, ιστορία και γεωγραφία. Στη συλλογή της περιλαμβάνονται σπάνια βιβλία, χάρτες και χαρακτικά, τα πρωτότυπα των Ελληνικών Συνταγμάτων, πρωτόκολλα ορκωμοσίας βασιλέων και προέδρων της Δημοκρατίας, εφημερίδες, χειρόγραφοι κώδικες και ιστορικά έγγραφα της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ευρώπη
Στην Ευρώπη έχουμε παραλλήλως μετά την Αναγέννηση την ίδρυση νέων βιβλιοθηκών, που με το πέρασμα των αιώνων, απέκτησαν πλούσιο και πολύτιμο υλικό.
Η Μαρκιανή Βιβλιοθήκη στη Βενετία ιδρύθηκε με βάση την προσωπική συλλογή κωδίκων και εντύπων του καρδινάλιου Βησσαρίωνα. Έτσι «γεννήθηκε» η Βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου, με 746 κώδικες (482 ελληνικούς και 264 λατινικούς).
Η Βοδληιανή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, φέρει την ονομασία του κτήτορά της Sir Thomas Bodley. Έτσι, όταν εγκαινιάστηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1602, υπήρχαν στα ράφια της 299 χειρόγραφα και 1.700έντυπα.
Άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές βιβλιοθήκες είναι οι εξής:
Επομένως βιβλιοθήκες και πολιτισμός είναι αλληλεξαρτώμενες έννοιες δια μέσω των αιώνων. Οι βιβλιοθήκες είναι οι πραγματικοί θεματοφύλακες της ανθρώπινης γνώσης και το εφαλτήριο του ανθρώπου για να προοδεύσει σ’ όλους τους τομείς της ζωής του, καθώς του παρέχει γνώση και άποψη, που του είναι χρήσιμα σ’ όλους τους τομείς.
Γεννήθηκε στα Βίλια Αττικής στις 13 Απριλίου 1926. Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου. Ο πατέρας της Κώστας Λούκος είχε μια ταβέρνα στα Βίλια Αττικής και η μητέρα της ήταν η Αναστασία Σταμάτη. Είχε 6 αδέρφια, εκ των οποίων ένα δίδυμο αδελφό, που πεθαίνει από φυματίωση το 1941. Το 1928 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Τον Φεβρουάριο του '43, λίγους μήνες μετά το πρωταγωνιστικό της ντεμπούτο στο θέατρο, γνωρίζει τον πρώτο (και μεγαλύτερο κατά ομολογία της) έρωτα της ζωής της, τον Θ. Σγουρδέλη, διπλωμάτη και ποιητή που ζούσε μόνιμα στην Γαλλία και βρέθηκε στην Ελλάδα λόγω του πολέμου.
Η τέχνη της εικονογραφίας, δηλαδή της αγιογραφήσεως ιερών προσώπων ή και επεισοδίων από την Αγία Γραφή, αποτελεί λειτουργική έκφραση της χριστιανικής πίστεως. Πρόκειται για μια τέχνη που ευδοκίμησε σε μεγάλο βαθμό στον ορθόδοξο ελληνισμό. Η αξία της είναι μεγάλη για την χριστιανική αλλά και για τη θύραθεν τέχνη, αφού πραγματικά μνημειώνει με αριστοτεχνικό τρόπο τα θεία πρόσωπα και τα εκφραζόμενα απ' αυτών συναισθήματα. Επίσης, διακρίνεται έτσι και η βαθιά πίστη του καλλιτέχνη, που εξωτερικεύει το τάλαντό του σε δημιουργίες που οδηγούν την ανθρώπινη ψυχή σε μια πνευματική μεταρσίωση.